Ιστορία Της Ξάνθης

Η «Κυρά και Αρχόντισσα της Θράκης» και «Η πόλη με τα χίλια χρώματα»

Η Ξάνθη είναι πόλη της Θράκης στη Βόρεια Ελλάδα. Αποτελεί την πρωτεύουσα της ομώνυμης Περιφερειακής Ενότητας και την έδρα του ομώνυμου Δήμου. Υπάγεται διοικητικά στην Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης. Ο πληθυσμός της ανέρχεται σε 65.133 μόνιμους κατοίκους, σύμφωνα με την Απογραφή του 2011. Βρίσκεται κτισμένη στις παρυφές του Αχλαδόβουνου και τη διαρρέει ο ποταμός Κόσυνθος. Ο πολιούχος της Ξάνθης είναι ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος και η ημέρα της Αποτομής της Τίμιας Κεφαλής του στις 29 Αυγούστου, είναι αργία για την πόλη.

Για το όνομα της πόλης υπάρχουν δύο απόψεις: Η πρώτη, πως Ξάνθη ονομαζόταν μία από τις κόρες του Ωκεανού και της Τηθύας και η δεύτερη, πως προέρχεται από μια αμαζόνα που είχε το όνομα Ξάνθη και βασίλευε τότε στην περιοχή.

Ιστορικά, η περιοχή κατοικείται από τους Νεολιθικούς χρόνους, όπως μαρτυρούν και τα αρχαιολογικά ευρήματα που αποκαλύφθηκαν στην πεδιάδα της Ξάνθης. Από τον 11ο π.Χ. αιώνα άρχισε η εγκατάσταση των θρακικών φυλών.

Οι πρώτες αναφορές, την περίοδο των αρχαίων χρόνων, κάνουν λόγο για ένα χωριό που βρισκόταν στο πέρασμα του ποταμού Κοσσινίτη-Κοσύνθου, ακριβώς στην είσοδο της χαράδρας προς το εσωτερικό της ορεινής περιοχής. Το χωριό αυτό στα αρχαιοθρακικά ονομαζόταν Πάρα (το) και σήμαινε το πέρασμα, διάβαση. Είχε δηλαδή την ίδια έννοια με το νοτιοελληνικό πόρος: διάβαση. Με την πάροδο του χρόνου το όνομα του χωριού αυτού ενώθηκε με το άρθρο “το” και έτσι μετονομάσθηκε σε Τόπαρα ή Τόπειρος με την ίδια πάντα σημασία. Με τη διέλευση της Εγνατίας οδού μέσα από το χωριό αυτό (100 π.Χ.) το Τοπάρα αναπτύχθηκε σε πλούσια πόλη και ακμαία, «ελεύθερη» με δικά της νομίσματα (2ος αιώνας μ.Χ.).

Την εποχή του Χαλκού η περιοχή δέχεται επιδράσεις από την Τροία, τη Λέσβο και τη Λήμνο. Σύμφωνα με τον Όμηρο, οι Θράκες είναι καλοί πολεμιστές, με γυμνασμένα άλογα και αξιόλογη μεταλλουργία χρυσού και αργύρου.

Από τον 7ο αι. π.Χ., που ιδρύεται η αποικία των Αβδήρων, ως το 330 μ.Χ., που αρχίζει η Βυζαντινή περίοδος, έχουμε τη διαμόρφωση νέας κατάστασης ακμής και λάμψης. Σημαντικό ρόλο παίζουν τα Άβδηρα και άλλες αποικίες που διευκολύνουν τη διείσδυση του Ελληνικού πολιτισμού και τον εξελληνισμό των Θρακών. Τον 8ο μ.Χ. η πόλη καταστράφηκε, άγνωστο αν αυτό συνέβη από σεισμό ή βαραβαρικές επιδρομές, όμως ξανακτίσθηκε. Άλλαξε όνομα και μετονομάσθηκε σε (λατινικό) Ρούσιο (ίσως γιατί νόμισαν ότι η ονομασία Τόπερος προερχόταν από το Τόπυρος που σημαίνει το πύρινο).

Η πόλη Ξάνθεια, που ταυτίζεται πιθανώς με τη σημερινή Ξάνθη, μνημονεύεται τον 1ο π.Χ. αιώνα από τον Στράβωνα: «Μετά δε την ανά μέσον λίμνην (Βιστονίδα) Ξάνθεια, Μαρώνεια και Ίσμαρος…». Επειδή η πόλη δεν αναφέρεται από άλλη μεταγενέστερη αρχαία πηγή, εικάζεται ότι ίσως να μην κατάφερε να επιβιώσει στα ρωμαϊκά χρόνια και εγκαταλείφτηκε από τους κατοίκους της. Ωστόσο, φαίνεται πως ξανακατοικήθηκε τον 3ο μ.Χ. αιώνα, όταν οι συχνές βαρβαρικές επιδρομές εξανάγκασαν τους πληθυσμούς να μετακινηθούν, για μεγαλύτερη ασφάλεια, προς τα ορεινή μέρη.

Ως Ξάνθεια μαρτυρείται και το 879 μ.Χ. όταν ο επίσκοπός της Γεώργιος, αναφέρεται να συμμετέχει στην Δ΄ Σύνοδο της Κωνσταντινούπολης (εν Αγία Σοφία). Ωστόσο δεν υπάρχει κανένα αρχαιολογικό τεκμήριο για την ταύτιση της αρχαίας πόλης με την ομώνυμη βυζαντινή καθώς η θέση της αρχαίας Ξάνθειας δεν είναι ξεκάθαρη όμως τοποθετείται πιο ανατολικά από τη βυζαντινή και κυρίως πέρα από τη λίμνη της Βιστωνίδας.

Η πόλη αποτέλεσε σταθμό της εκστρατείας του Ανδρόνικου Γ΄ του Παλαιολόγου το 1327 κατά τον εμφύλιο πόλεμο που επικρατούσε εκείνη την εποχή.

Η Ξάνθη καταλήφθηκε από τους Οθωμανούς το 1375. Στο τέλος του 14ου αι. αρχίζει ο εποικισμός της περιοχής με μουσουλμάνους και ο εξισλαμισμός των ορεινών περιοχών του νομού.

Κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821 οι Ξανθιώτες συμμετείχαν στων αγώνα για την ανεξαρτησία με κυριότερο οπλαρχηγό τον καπετάν Γεώργιο Δημητρίου.

Τοπική αρχιτεκτονική στη παλιά πόλη – “σαχνισιά“: ξύλινα μαδέρια-υποστυλώματα στηρίζουν τα δωμάτια του ορόφου που επεκτείνονται πέρα από τα όρια της τοιχοποιίας του ισογείου .

Η ανάπτυξη της περιοχής αρχίζει με την καλλιέργεια του καπνού τον 17ο αι., ενώ τον επόμενο αιώνα η Γενισέα και η Ξάνθη γίνονται γνωστές παγκοσμίως λόγω του καπνού. Η άνθηση της πόλης επήλθε τον 18ο με 19ο αιώνα, οπότε και η πόλη έγινε γνωστή για τον καπνό της. Την αποκαλούσαν και Μικρό Παρίσι, εξαιτίας του πλούτου που είχε εκείνη την εποχή. Την οικονομική άνθηση της πόλης σταμάτησαν η ελληνική επανάσταση, κατά την οποία πολλοί Ξανθιώτες συνελήφθησαν και φυλακίσθηκαν (μεταξύ των οποίων και ο τότε μητροπολίτης Σεραφείμ) και οι δυο αλλεπάλληλοι σεισμοί το 1829 (Μάρτιο και Απρίλιο) που ισοπέδωσαν την πόλη και τα χωριά της περιοχής. Η πρώτη φάση οικοδόμησης της σημερινής Παλιάς Πόλης, διατηρώντας μεγάλο μέρος του παλαιότερου πολεοδομικού ιστού, εκτιμάται ότι έγινε μεταξύ 1830 – 1845 με οικοδόμους από την Δυτική Μακεδονία και την Ήπειρο. Μετά την καταστροφή της Γενισέας το 1870 ξεκινά η δεύτερη φάση οικοδόμησης της πόλης. Η πόλη έγινε το διοικητικό κέντρο της περιοχής ενώ το 1891 ολοκληρώθηκε η σιδηροδρομική γραμμή Θεσσαλονίκης – Κωνσταντινούπολης. Την περίοδο 1870 – 1910 στην πόλη αναπτύχθηκε έντονη οικονομική δραστηριότητα και καταγράφεται οικονομική άνθηση.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *