Fri. Nov 15th, 2019

Το ολοκαύτωμα της Μονής Αρκαδίου. 8 Νοεμβρίου 1866


Το ηρωικό Αρκάδι στέκεται ακατάβλητο στο πέρασμα του χρόνου και κρατά σφιχτά την ιστορία του, στα κατάβαθα των ερειπίων του, στα νέα κτίσματα και στον μεγαλόπρεπο ναό του (που είναι δίκλυτος και αφιερωμένος στην Μεταμόρφωση του Σωτήρος και στον Άγιο Κωνσταντίνο).

Πάνω στα μαυρισμένα από το ολοκαύτωμα απομεινάρια της ιστορικής γης, την μπαρουταποθήκη και τον ανεμόμυλο (σημερινό κοιμητήρι ηρώων που φυλάσσονται κρανία με σπαθισμούς από την γιγαντομαχία), τα παραδοσιακά κελιά των των λιγοστών μοναχών, τα κλάουστρα (ημικυκλικά παράθυρα) και τα μεσοκούμια (ισόγεια κελιά), το ιστορικό μουσείο του, κρύβεται η απερίγραπτη ιστορία του, το θρυλικό ολοκαύτωμα του.

Σύμφωνα με την παράδοση θεμελιώθηκε από τον Ηράκλειο και ανοικοδομήθηκε από τον Αυτοκράτορα του Βυζαντίου Αρκάδιο των 5ο μΧ αιώνα. Στα τουρκικά έγγραφα έφερε την προσωνυμία «Τσανλί Μοναστήρ» γιατί είχε λάβει το προνόμιο από τον Τούρκο Στρατάρχη Χουσεïν Πασά να διατηρεί καμπάνα. Το προνόμιο αυτό διατηρήθηκε μέχρι το 1657 οπότε ανακλήθηκε από τον Χουσεïν Πασά.

ΚΡΗΤΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ 1866. 

Την 1η Μαΐου 1866 (Κρητική Επανάσταση), συγκεντρώθηκαν στην Μονή από τις γύρω επαρχίες 1500 Κρητικοί επαναστάτες υπό τον Χατζή Μιχάλη Γιάνναρη, για να αντιδράσουν στην κατάλυση των προνομίων και επιβολή νέων φόρων από τους Τούρκους. Ο Ισμαήλ Πασάς, παράγγειλε στον Ηγούμενο Γαβριήλ Μαρινάκη να διώξει την επιτροπή από το Μοναστήρι και να διαλυθούν οι επαναστάτες γιατί θα κατέστρεφε το ξαναχτισμένο μοναστήρι.

Ο ηγούμενος αρνήθηκε να υποταχθεί στην εντολή του Πασά και αυτός τον Ιούλιο του 1866 έστειλε Τουρκική δύναμη να τους διαλύσει, οι επαναστάτες όμως απομακρύνθηκαν έγκαιρα και έτσι το μόνο που έκαναν οι Τούρκοι ήταν να καταστρέψουν τις εικόνες και τα ιερά σκεύη της μονής.

Στις 24 Σεπτεμβρίου αποβιβάζεται στο Μπαλί, μαζί με τον Ανθυπολοχαγό Ιωάννη Δημακόπουλο και ο Συνταγματάρχης Πάνος Κορωναίος, ο οποίος πηγαίνει αμέσως στο Αρκάδι, όπου ανακηρύσσεται Γενικός Αρχηγός Ρεθύμνου. Διατύπωσε την γνώμη ότι η Μονή δεν προσφέρεται για άμυνα, αλλά ο Ηγούμενος Γαβριήλ με τους μοναχούς είχαν αντίθετη γνώμη, όπως και τα γυναικόπαιδα των πολεμιστών που έλεγαν: «ότι θα γίνουν οι άντρες θα γίνουμε και εμείς».

Ο Κορωναίος προέβλεψε την έκβαση της μάχης και είπε στους επαναστάτες: «Ήρθα να θυσιαστώ για την πατρίδα αλλά όχι να πιαστώ εδώ μέσα». Αποχώρησε τελικά από την για να δημιουργήσει αντιπερισπασμό στην γύρω περιοχή, αφού διόρισε φρούραρχο τον Ανθυπολοχαγό Ι. Δημακόπουλο.

ΔΙΕΞΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ.  

Στη Μονή είχαν καταφύγει 714 γυναικόπαιδα από τα γύρω χωριά. Ο Μουσταφά Πασάς, ο οποίος είχε αντικαταστήσει τον Ισμαήλ Πασά, προχώρησε προς το Ρέθυμνο με σκοπό να προσβάλλει το Αρκάδι που είχε γίνει κέντρο επαναστατικής δράσης. Στις 7 Νοεμβρίου, ξεκίνησε από το Ρέθυμνο με 28000 άντρες και 30 πυροβόλα. Το πρωί της 8 Νοε. βρισκόταν μπροστά στο Αρκάδι και αρχηγό της επιχειρήσεως διόρισε το γαμπρό του Σουλεïμάν Βέη, ενώ ο ίδιος παρέμεινε στο χωριό Μέση 10 χιλ. περίπου από το Αρκάδι.

Απέναντι στα στίφη του Μουσταφά, ήταν 964 ψυχές, 325 άντρες από τους οποίους 259 με όπλα και τα υπόλοιπα γυναικόπαιδα. Το φρόνημα όλων ήταν υψηλό. Οι ιερωμένοι έψαλλαν τροπάρια και οι λαïκοί ήρωες τραγούδια όπως:

«Χαίρεστε, άνδρες χαίρεστε,

χαίρεστε Πολεμάρχοι.

Μα τούτ’ η μέρα θα γραφτεί και

πάντα δόξα θα χει.

Δεν τη βαστώ γω την σκλαβιά στον

κόσμο τον απάνω.

Και το χω πίκρα μου να ζώ, χαρά

μου να αποθάνω.

Χαίρεστε, άνδρες χαίρεστε, χαίρεστε

παλληκάρια.

Μα ο πόλεμος θα δωθεί για τους

άνδρες και για τα λιοντάρια».

Η χαραυγή της 8 Νοε. βρήκε τους πολεμιστές και τα γυναικόπαιδα στη θέση λειτουργίας και τους Τούρκους γύρω από το Μοναστήρι. Μόνο άλλη μια παρόμοια λειτουργία αναφέρεται στη δισχιλιετή ιστορία του Ορθόδοξου Χριστιανισμού. Η λειτουργία έγινε για τελευταία φορά στις 28 Μαΐου 1453 στο ναό της Αγίας Σοφίας με παρόμοιες συνθήκες. Ιερείς και εκκλησιαζόμενοι ήξεραν να βαδίζουν μαζί στο μαρτύριο.

Στην ιαχή των σκοπών στα άρματα, ο Γαβριήλ ύψωσε τα χέρια σε στάση προσευχής έκανε το σταυρό του και είπε στους εκκλησιαζόμενους:

«Παιδιά μου θάνατος δεν υπάρχει ας

πολεμήσουμε ηρωικά και ας πάμε στον

πλάστη με καθαρό μέτωπο. Ζήτω ο

Πόλεμος- Ζήτω η ελευθερία.»

Ζήτω φώναξαν όλοι, με όλη τους τη δύναμη και πολεμιστές έπιασαν αμέσως τις θέσεις τους. Ο Σουλεïμάν Βέης τους καλεί από το Λόφο του Κουρέ να παραδοθούν. Την απάντηση την έδωσαν τα όπλα των πολιορκημένων. Με αυτό τον τρόπο αρχίζει το πολύπρακτο Αρκαδικό Δράμα. Η σημαία της Μονής κυματίζει υπερήφανα επάνω στη δυτική πύλη αδιάφορη στις τουρκικές σφαίρες που την τρυπούσαν. Το τουρκικό πυροβολικό συγκεντρώνει τα πυρά του στην  πύλη. Οι πολιορκημένοι δεν χάνουν σφαίρα. Κάθε μία στέλνει και ένα Τούρκο στον παράδεισο του.

Η βροχερή νύχτα του Νοέμβρη σκεπάζει το φονικό πεδίο μτης μάχης και εσίγασε τα όπλα. Οι ελπίδες των πολιορκημένων να σωθούν είναι ελάχιστες. Στο πολεμικό συμβούλιο αποφασίζεται να ζητήσουν βοήθεια από τον Κορωναίο και από τους άλλους καπετάνιους του Αμαρίου και του Μυλοποτάμου. Ο παπα Κρανιώτης και ο Αδάμ Παπαδάκης ανέλαβαν να μεταφέρουν τα σχετικά γράμματα στο κλησήδι Αμαρίου όπου ήταν ο Συνταγματάρχης Κορωναίος.

Με σχοινιά τους κατεβάζουν από το παράθυρο επάνω από τη μικρή πόρτα του νότου και προσποιούμενοι τους Τούρκους πέρασαν από τις τάξεις τους και κατόρθωσαν να φέρουν σε πέρας την αποστολή τους.

Η βοήθεια του Κορωναίου, όμως, δεν έφθασε ποτέ. Τα μεσάνυχτα είχε γυρίσει ο Παπαδάκης και ξαναμπαίνει στο Μοναστήρι με την βεβαιότητα πως πηγαίνει στο βέβαιο θάνατο. Αναμφισβήτητα είναι ο ηρωικότερος των ηρώων του Αρκαδικού δράματος, γιατί με επίγνωση, ενώ είναι ελεύθερος έξω από την κόλαση της φωτιάς, έξω από το βέβαιο τάφο που τον περίμενε, βάδισε προς τον Γολγοθά του σταθερά και μάλιστα μέσα στο εχθρικό στρατόπεδο.

Το βράδυ η καμπάνα της εκκλησίας καλεί τους πιστούς όχι μόνο στην πίστη, αλλά και στην ελευθερία. Για τελευταία φορά πολεμιστές, γέροι, γυναίκες και παιδιά προσέρχονται και παίρνουν τη θεία μετάληψη. Είναι η δραματικότερη στιγμή των ηρώων που εκούσια προσφέρουν θυσία για την ελευθερία της Κρήτης.

Η 9η Νοεμβρίου ξημερώνει και βρίσκει το Αρκάδι πολιορκημένο. Πρωί – πρωί αρχίζει η μάχη. Οι Τούρκοι μετέφεραν από το Ρέθυμνο δύο βαριά πυροβόλα και τα έταξαν στους στάβλους τους οποίους είχαν καταλάβει.

Η δυτική πύλη υποχωρεί. Η μάχη βρίσκεται στο Ζενίθ. Μέσα στη Μονή βρυχώνται λέοντες, αλλά έξω ορύονται τίγρεις. Ο κρότος των πυροβόλων και των άλλων όπλων, οι άγριοι αλαλαγμοί των Τούρκων,  οι κραυγές των γυναικόπαιδων δημιουργούν ένα πανδαιμόνιο που συγκλονίζει ολόκληρη την περιοχή. Ο ηγούμενος ενθαρρύνει τους πολεμιστές και τους λέει « Όσοι θα ζουν όταν θα μπουν οι Τούρκοι να τρέξουν στην πυριτιδαποθήκη για να δώσουν φωτιά και μπαρούτι και να θυσιαστούν παρά να πιαστούν ζωντανοί».

Τα πυρομαχικά εξαντλούνται και οι Τούρκοι μπαίνουν τέλος στο περίβολο και η γιγαντομαχία μεταφέρεται εκεί. Λόγχες, γιαταγάνια, κρητικά μαχαίρια, χτυπούν επάνω στις ανθρώπινες σάρκες. Γυναικόπαιδα έξαλλα, με γοερές κραυγές τρέχουν προς την πυριτιδαποθήκη για την  ύστατη θυσία. Γυναίκες αφήνουν τα παιδιά τους και τρέχουν να υπερασπιστούν τους άντρες τους με τα δόντια και τα νύχια τους, τα μόνα όπλα που διαθέτουν.

Δίνεται το σύνθημα της γενικής εφόδου και η αυλή της μονής πλημμυρίζει από τα τουρκικά κεφάλια. Βραδιάζει και τα περισσότερα γυναικόπαιδα είναι συγκεντρωμένα στην πυριτιδαποθήκη. Ο Κων/νος Γιαμπουδάκης με το πιστόλι στο χέρι περιμένει την κατάλληλη στιγμή για να ανάψει τον πυρσό της ελευθερίας που θα φωτίσει ολόκληρη την οικουμένη, μα θέλει να πάρει μαζί του όσο το δυνατόν περισσότερους Τούρκους.

Η νύχτα πέφτει και τραβά την αυλαία του συγκλονιστικού δράματος. Ο επίλογος ήταν τραγικός:114 άντρες και γυναικόπαιδα έπεσαν αιχμάλωτοι: 3 ως 4 και ανάμεσα και σε αυτούς ο Αδάμ Παπαδάκης διέφυγαν. Οι υπόλοιποι 864 σκοτώθηκαν, εσφάγησαν ή ανατινάχθηκαν στον αέρα.

Ανάμεσα σε αυτούς και ο ηγούμενος Γαβριήλ και ο Γιαμπουδάκης. Από τους Τούρκους σκοτώθηκαν διπλάσιοι, 1500 περίπου νεκροί και τραυματίες.

Στην Αγία Τράπεζα είχαν καταφύγει 37 παλικάρια. Είχαν εξαντληθεί τα πυρομαχικά τους. Οι Τούρκοι το αντιλήφθηκαν και μπήκαν και τους έσφαξαν όλους. Τα πτώματα τους έμειναν εκεί μέσα μέχρι το 1869. Η θέα της ερήμωσης και της καταστροφής υπήρξε απερίγραπτη. ΟΙ Τούρκοι αφού τελείωσαν την καταστροφή, έφυγαν, γιατί δεν μπορούσαν να βλέπουν τη φρίκη.

ΜΕΡΙΚΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ:  

Ηγούμενος Γαβριήλ Μαρινάκης

Καταγόταν από το χωριό Μαργαρίτες Μυλοποτάμου. Στην Μονή οδηγήθηκε σε μικρή ηλικία. Θερμός πατριώτης ανέπτυσσε την επαναστατική ιδέα για την ανατίναξη του τουρκικού ζυγού και την ένωση με την Ελλάδα.

Κωνσταντίνος Γιαμπουδάκης

Καταγόταν από το χωριό Άδελε Ρεθύμνης.

Ήταν ο πρωταγωνιστής του Αρκαδικού δράματος, ο μπουρλοτιέρης του Αρκαδίου. Για την ανατίναξη ο Γιαμπουδάκης είχε ζητήσει την άδεια του ηγούμένου, ο οποίος και τον προέτρεψε σε αυτήν την πράξη.

          Πάνος Κορωναίος

Γεννήθηκε στην Κων/πολη το 1809 από τους γονείς που καταγόταν από τους ποταμούς Κυθήρων. Αποφοίτησε από τη σχολή ΣΣΕ με το βαθμό του Ανθλγού (ΠΒ). Χρημάτισε υπουργός Στρατιωτικών με βαθμό του Ανχη, το 1863 και 1864. Όταν έγινε η κρητική επανάσταση, κατέβηκε στο Ρέθυμνο στις 24 Σεπτεμβρίου 1866 και διορίστικε, από τη Γενική Συνέλευση των Κρητικών, Στρατιωτικός Αρχηγός των επαναστατικών δυνάμεων. Μέχρι του θανάτου εξακολουθούσε να δρα σαν μέλος πατριωτικών οργανώσεων. Πέθανε το 1899 με το βαθμό του αντιστράτηγου.

Ιωάννης Δημακόπουλος

Γεννήθηκε στο χωριό Βυτίνα Γορτυνίας το 1833. Αποφοίτησε από τη ΣΣΕ με το βαθμό του Ανθστή (ΠΖ). ¨Εγινε ανθυπολοχαγός το 1863. Κατέβηκε στην Κρήτη μαζί με το Συνταγματάρχη Κορωναίο και διορίστηκε Φρούραρχος του Αρκαδίου κατά το ολοκαύτωμα, πιάστηκε αιχμάλωτος, βασανίστηκε και εκτελέστηκε με τη λόγχη στη θέση «Μετοχάκι», 200μ. από τη Ν.Δ. γωνία της Μονής.

Αντγoς ε.α.

Νικόλαος ΦωτιάδηςParagraph

Επίτιμος Υδκτής Δ’ΣΣ

Ακολουθήστε μας και κάνετε μας Like:

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *